Ψυχοδυναμικη Προσεγγιση των Φαινομενων του Κοινωνικου Αποκλεισμου

Η ομιλία γεννιέται με την ίδια την γέννα του βρέφους, το πρώτο γουργούρισμα αποκτά πολύ γρήγορα για το περιβάλλον καθώς και για το ίδιο το μωρό τη σημασία της σχέσης που ακολουθεί μετά την περίοδο της σωματικής σχέσης που κυριαρχούσε

κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.Τα πρώτα κιόλας γλωσσικά ψιθυρίσματα πολύ γρήγορα αρχίζουν να καταλαμβάνουν και να γεμίζουν τον ενδιάμεσο χώρο, που δημιουργήθηκε μεταξύ της μητέρας και του βρέφους, σαν φυσικό επακόλουθο του

βιολογικού αποχωρισμού, μετά τον τοκετό. Διάφοροι τρόποι σωματικής επαφής και πάνω απ’ όλα η ομιλία της μητέρας, θα αρχίσουν να αναπτύσονται για να αντικαταστήσουν το κενό της βιολογικής συμβίωσης. Αυτή λοιπόν η

σωματοαισθητηριακή παράμετρος, θα βρεί την αντανάκλασή της και στη λιβιδινική διαμόρφωση του νεογέννητου καθώς και στην αντίστοιχη επιθετική και θα ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα και πάνω από όλα, στη ποιότητα των μητρικών

συναισθημάτων.

Ο Giannotti και ο De Astis (1986) υποστηρίζουν ότι οι πρώτες επικοινωνίες και κατά συνέπεια η ομιλία, έχουν για κάποια χρονική περίοδο, μια αξία πολύ συγκεκριμένη και βασική αυτήν της σωματικής επικοινωνίας και αυτή η ίδια η ομιλία αποκτά για το βρέφος, αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει αναπαράσταση του αντικειμένου

και μόνο μέσα από την οργάνωση και την εξέλιξη της συναισθηματικής σχέσης, το ίδιο το βρέφος θα καταφέρει να φθάσει σ’ εκείνο το επίπεδο αναπαράστασης, που θα του επιτρέψει το πέρασμα στην ικανότητα συμβολισμών.

“Η ομιλία, που κατά το πρώτο διάστημα συνδέεται άμεσα με μια απουσία, θα χρησιμεύσει αργότερα στο βρέφος για να εκδηλώσει μια επιθυμία, μια ανάγκη του, ένα συναίσθημά του και η λεκτική έκφραση του μωρού θα γίνεται αντιληπτή από τη

μητέρα του, όπως και θα ενισχύεται ταυτοχρόνως. Η ζήτηση και η προσφορά θα ισχυροποιήσει το συναισθηματικό δεσμό παρακάμπτοντας σιγά- σιγά συνήθειες- ήθη σωματικές”.

Οι ίδιοι συγγραφείς δηλώνουν εξ άλλου πως “μεταξύ των 18 και των 36 μηνών, στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τη ματαίωση που αισθάνεται το παιδί από τις μητρικές λέξεις που απαγορεύουν ή αρνούνται, θα πρέπει να καταφύγει στη δύσκολη

αποστολή του να ταυτιστεί και να ενσωματώσει τον εχθρό (ταύτιση με τον επιτιθέμενο της Α. Φρόυντ). Το ξεπέρασμα αυτής της φάσης θα απασχολήσει το παιδί κατά την “προσέγγιση” (rapprochement). Σε αυτή την περίοδο λοιπόν το παιδί θα

πρέπει να μοιάζει όλο και περισσότερο στην καλή μητέρα, για να μπορέσει τελικώς να ενσωματώσει την μητέρα που απαγορεύει και τιμωρεί. Αυτό θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση των καλών και κακών εικόνων του μητρικού αντικειμένου το οποίο και

θα αναγνωριστεί τελικώς και στην ολότητά του. O L. W. Sander (1980) ξεχώρισε αυτή τη φάση σαν «αναγνώριση» και «αντιπαλότητα» (recognition – reversal), διότι το παιδί εκτός από το να αποκτά μια μεγαλύτερη συναίσθηση του εαυτού σαν

ξεχωριστό πρόσωπο, εναντιωνόμενο στη μητέρα του, συνήθως με μια συμπεριφορά συνειδητά επαναστατική, αποκτά αυτοπεποίθηση και όλα αυτά χωρίς αυτές οι πρωτοβουλίες του να είναι αντικρουόμενες κατά βάθος σε ότι αφορά τη σχέση του με

τη μητέρα του. Η εσωτερίκευση του εχθρού δεν είναι δα και τόσο εύκολη υπόθεση και σε αυτή τη φάση το παιδί θα ζητήσει πιο πιεστικά την παρουσία και την κατανόηση της μητέρας του. Η επιθετικότητα λοιπόν του μικρού θα διοχετευθεί

συνεπώς και στο λεξιλόγιό του και έτσι το παιδί θα αρχίσει να χρησιμοποιεί τις λέξεις 2 για λόγους διαφοροποίησης, άρνησης και επιθετικότητας. Το λεξιλόγιο λοιπόν χρησιμεύει για το διπλό σκοπό δηλ. στο να αποδέχεται τον δεσμό και ταυτοχρόνως να

εναντιώνεται σε αυτόν. Οι λέξεις θα απλωθούν και θα δώσουν περιεχόμενο στις φαντασιώσεις καθώς θα συνοδεύουν το παιχνίδι που θα δημιουργεί το παιδί εξ αιτίας των αναπόφευκτων ματαιώσεων του περιβάλλοντός του.

Οι ίδιοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι στη σφαίρα των πολύ πρώιμων ψυχικών διαταραχών μπορούν να παρατηρηθούν τυπικά δείγματα παιδιών με συγκεκριμένο τρόπο χρήσης του λεξιλογίου τους, όπως το ηχολαλικό λεξιλόγιο, το λεξιλόγιο που
θυμίζει χαράκωμα και τέλος τη συγχυτική ομιλία. «Στην πρώτη περίπτωση είναι προφανές πως η ηχολαλία έρχεται να μας δείξει την αδυναμία από τη μεριά του παιδιού να ενδοβάλει μορφές παγερές και σκληρές της μητέρας του και όπως οι

λέξεις που κατά βάση είναι αντικείμενα σκληρά, αποβάλονται από το ίδιο το παιδί προς τα έξω επιστρέφοντάς τες στον συνομιλητή του. Στην ομιλία χαράκωμα, το λεξιλόγιο χρησιμοποιείται από το παιδί σε μια προσπάθεια να αποδεχθεί και να εξευμενίσει τα συναισθήματα του, όπως επίσης και για να υψώσει μεταξύ του εαυτού

του και του συνομιλητή του ένα τείχος ενάντια στη συναισθηματική φόρτιση που αναπτύσεται και που την αισθάνεται επικίνδυνη, στα πλαίσια ενός εύθραυστου και μη ολοκληρωμένου εαυτού. Η χρήση της συγχυτικής ομιλίας εμφανίζει αντιθέτως τις μορφές της ψυχωτικής συμβιωτικής σχέσης μητέρας-βρέφους κατά την οποία το

παιδί μας ξαναπαρουσιάζει την μητρική σύγχυση και μας δείχνει την αδυναμία του να ωριμάσει ψυχικά. Τα ψυχωτικά στοιχεία της προσωπικότητας της μητέρας καθιστούν αδύνατη τη διαφοροποίηση και τον αποχωρισμό, στοιχεία και τα δύο απαραίτητα για

μια φυσιολογική χρήση της ομιλίας». Για τον Φρόυντ λοιπόν το εργαλείο του λόγου είναι δημιουργημένο βασικά από «αναπαραστάσεις του αντικειμένου» οι οποίες προέρχονται από το αντικείμενο και το

βασικό τους χαρακτηριστικό είναι οπτικής προέλευσης και από «αναπαραστάσεις λέξεων» οι οποίες προέρχονται ουσιαστικά από το λόγο με καθαρά ηχητική προέλευση. Όταν λοιπόν μια αναπαράσταση του αντικειμένου «δένεται με την

αντίστοιχη λεκτική αναπαράσταση» δημιουργείται ένα σύμβολο, δηλ. μια λέξη η οποία είναι ένα σημείο γλωσσολογικό ικανό να μεταβιβάσει ένα νόημα. Ενώ λοιπόν η αναπαράσταση της λέξης χαρακτηρίζει το προσυνειδητό σύστημα, η αναπαράσταση

του αντικειμένου είναι χαρακτηριστικό του ασυνειδήτου και βρίσκεται σε πιο άμεση σχέση με την παρουσίαση του αντικειμένου. Αυτή λοιπόν η παρουσία «έγκειται σε μια επένδυση, αν όχι απ’ευθείας μνημονικών εικόνων που προέρχονται από το

αντικείμενο, τουλάχιστον από ίχνη μνημονικών στοιχείων πιο απόμακρων, που όμως προέρχονται απ’ αυτές». Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αναπαραστάσεις του αντικειμένου των προλεκτικών εννοιών που υποβαστάζουν την

«πρωταρχική ψευδαίσθηση», ισοδυναμεί με την αναπαράσταση του αντικειμένου και θα θεωρηθεί από το παιδί σαν ισοδύναμο του απωλεσθέντος αντικειμένου και κατά συνέπεια θα επενδυθεί όταν αυτό απουσιάζει.

Η μνημονική εικόνα αποκτά «το ποιοτικό σημείο», ιδιαίτερο γνώρισμα της συνείδησης μόνον όταν καταφέρνει να συνδεθεί με μια ρηματική εικόνα. Αυτή ακριβώς η τελευταία προέρχεται πάνω απ’όλα από τη μητέρα, της οποίας ακριβώς η

λειτουργία μας φαίνεται απαραίτητη για να εξασφαλιστεί στο μωρό αυτό το στοιχείο της εξέλιξης και της ολοκλήρωσης που μπορεί να συνδυάζει τις αναπαραστάσεις του αντικειμένου με τις αντίστοιχες αναπαραστάσεις του λόγου το οποίο τελικά ο Φρόυντ

ονομάζει «οπτική σκέψη».

Ο ίδιος γράφει: «παρατηρείται λοιπόν πως μονάχα και πάνω απ’ όλα το συγκεκριμένο υλικό της σκέψης μπορεί να γίνει συνειδητό, ενώ αντιθέτως δεν μπορεί να δοθεί μια οπτική απεικόνιση αυτών των σχέσεων που αποτελούν τα ιδιαίτερα

3 χαρακτηριστικά των λειτουργιών της σκέψης. Η σκέψη σαν λειτουργία εικόνων είναι λοιπόν ένας τρόπος περίπου ανολοκλήρωτος για να μπορεί κάποιος να ωριμάσει τη συνείδησή του. Ενας τέτοιος τρόπος σκέψης είναι εξ’ άλλου κατά κάποιο τρόπο πιο

κοντά σε ασυνείδητες αλληλουχίες από την απόσταση από την οποίαν έχει η ίδια η σκέψη από την λέξη, και αναμφίβολα, είναι πολύ πιο αρχαϊκό κομμάτι και από οντογενετική αλλά και από φυλογενετική σκοπιά».

Τυπικά ο μεθοριακός εμφανίζεται σαν μία στατική κλινική οντότητα. Η ακινησία είναι μόνο φαινομενική, στο εσωτερικό αυτής της «στασιμότητας» συγκεντρώνονται αδιόρατες αλλαγές που μοιάζουν με την επιφάνεια του νερού πάνω στο οποίο

καθρεφτίζεται μία εικόνα. Καμμιά φορά η επιφάνεια, τρεμοπαίζει και η εικόνα εξαφανίζεται, και αργά-αργά μεταμορφώνεται σε ένα αδιαπέραστο χώρο με μία εσωτερική δομή, ένα είδος αδιαπέραστης ομίχλης.

Απο τη στιγμή που ο αναλυτής γίνεται υποκειμενικά σημαντικός, ο ασθενής αισθάνεται ότι αποκτά, θα μπορούσαμε να πούμε, δικαιώματα πάνω στον αναλυτή, πάνω σε αυτά που ο αναλυτής κάνει, σκέφτεται ή αισθάνεται και ταυτόχρονα απαιτεί

από τον αναλυτή να γνωρίζει πώς αισθάνεται αυτός, πώς είναι ο εσωτερικός του κόσμος και αυτά τα οποία περιμένει αυτός από τον αναλυτή. Δεδομένης λοιπόν της ποιότητας της μεταβίβασης, η οποία και αναπτύσεται γρήγορα, υπάρχει μία

προσπάθεια να δημιουργηθεί μία εξιδανικευμένη κατάσταση, σύγχιση, το Εγώ εμφανίζεται χωρίς όρια, και πάνω απ’ όλα χωρίς διαφωνίες και διαφορές. Ο ασθενής αισθάνεται δυσαρεστημένος και ματαιωμένος κάθε φορά που ο αναλυτής προδίδει τις

προσδοκίες του. Η ματαίωση σε αυτό το επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε απογοήτευση και οργή και τα δύο αυτά να γίνουν μία πραγματική απειλή για το κίνητρο και τη βασική εμπιστοσύνη που είναι αναγκαία στη θεραπευτική συμμαχία η

οποία σχηματίζεται και συνήθως, σε αυτό το στάδιο, δεν είναι επαρκώς σταθερή. Συχνά ο ασθενής ψάχνει να απελευθερωθεί από την παρουσία του αναλυτή που είναι μέσα του, και ίσως η συμπεριφορά του μπορεί να εξηγηθεί υποθέτοντας ότι,

κατά τον ασθενή ο αναλυτής είναι μέσα σε αυτόν και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να καταλαβαίνει, να γνωρίζει, να αισθάνεται.

Συχνά γίνεται εμφανές ότι είναι δύσκολο για τον ασθενή να δεχθεί την ιδέα ότι ο αναλυτής μπορεί να υπάρχει σαν μία αυτόνομη οντότητα, δηλαδή να υπάρχει έξω από το δικό του εσωτερικό πάνθεον και ότι μπορεί να μην συμπεριφέρεται σύμφωνα με

τους δικούς του κανόνες. Αυτή η ανεξάρτητη ύπαρξη βιώνεται σαν μία επίθεση στην ναρκισσιστική παντοδυναμία του, σαν μία πράξη εχθρική και παρελκυστική, πολύ συχνά προβλητικά εκδικητική.

Κατά την άποψή μου ο μεθοριακός άρρωστος δεν ανησυχεί τόσο για την επιθετικότητά του, όσο για την «εχθρικότητά» του, την οποία και ζει με έναν τρόπο καταναγκαστικό και επιπλέον σαν μία απειλή στο Εγώ του και στις άμυνές του, εάν

αυτή σε μία κρίσιμη φάση χαλάρωνε σε ένταση. Πιστεύω ότι ενώ η επιθετικότητα έχει σαν τελικό στόχο το να πλησιάσει το αντικείμενο, συχνά δε, είναι και μία προσπάθεια να σχετισθεί και γιατί όχι, να διαφοροποιηθεί απ’ αυτό. Μέσω αυτής

μάλιστα εξασφαλίζει και μία πιθανότητα ανακάλυψης πού στέκεται ο ένας και πού στέκεται ο άλλος. Η εχθρικότητα τουναντίον έχει σκοπό να καταστρέψει, να ταπεινώσει και πάνω από όλα να θριαμβεύσει επί του αντικειμένου.

Με τη μαγική όμως και κατ’ επέκτασιν ναρκισσιστική χρήση του αντικειμένου, αναπτύσσεται ταυτόχρονα ένα εσωτερικό έλειμμα και μία αδυναμία σε αυτόν τον άρρωστο να μπορεί να εστιάζει συναισθηματικά και να έρχεται σε επαφή

ταυτοχρόνως με το εξωτερικό αντικείμενο και με το ενδοψυχικό αντίστοιχο. Αυτή ακριβώς η δυσκολία γεννά σαν απάντηση συμπληρωματικές ταυτοποιήσεις, που 4 αντιστοιχούν στην αντιμεταβίβαση του αναλυτή (Racker 1968), και οι οποίες θα μπορούσαν να παρεμβληθούν αρκετά νωρίς στην κλινική πορεία η οποία

αναπτύσσεται. Σε αυτή την περίπτωση η αντιμεταβίβαση αντανακλά την ασυνείδητη ταυτοποίηση του αναλυτή με την αντιπροσώπευση του εαυτού και αντικειμένου του που προβάλλεται διαχωρισμένη από τον ασθενή του.

Γνωρίζουμε ήδη πόσο ψευδής είναι η εικόνα ενός ψυχαναλυτή ουδέτερου και αυτάρκη, ο οποίος δεν αφήνει χώρο στην υποκειμενικότητά του και ο οποίος λειτουργεί σαν ένας τέλειος καθρέφτης που αντανακλά καταπληκτικές εικόνες

ανθρώπινων εμπειριών.

Σε κάποιο βαθμό υπάρχει η εμπλοκή μας και με τον εσωτερικό μας κόσμο και το ίδιο το ασυνείδητό μας συμμετέχει και απαντά σε ότι βιώνουμε στο χώρο και στο χρόνο. Το στυλ ενός έμπειρου ψυχαναλυτή, όπως γνωρίζουμε, εκφράζει την

ισορροπία μεταξύ του προσωπικού και του αντικειμενικού και καμμά φορά, σ’ αυτό το προσωπικά υποκειμενικό βρίσκονται οι πιο λεπτές διαφοροποιήσεις.

Κάθε δημιουργικό άτομο και που έχει το χάρισμα του ινσάιτ γνωρίζει πολύ καλά, την ανάγκη του να εμπεριέχει τις προσωπικές του εκτιμήσεις για τους προσωπικούς του τρόπους θεώρησης των πραγμάτων οι οποίοι του επιτρέπουν μια θεωρητική

τοποθέτηση, δηλαδή ένα σύστημα ιδεών λίγο ως πολύ σταθερό. Στην περίπτωση του αναλυτή αυτό επηρρεάζει ασφαλώς την εμπαθητική και αντιμεταβιβαστική του προδιάθεση και αυτό θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε σαν το «δόγμα» του

αναλυτή στο «εδώ και τώρα» έτσι ώστε η υποκειμενική δομή του να μπορεί να μετασχηματίζεται ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες από προσωπική θεώρηση σε κλινική πραγματικότητα. Συχνά ο αναλυτής αποτελεί ένα προβλητικό μνημείο του

ίδιου του του εαυτού, σαν ένας ναός δημιουργημένος από τη δική του θεωρητική και κλινική εμπειρία και ο οποίος έχει τα θεμέλιά του σε μια στέρεα και πλήρη ύπαρξη ψυχαναλυτικών γενεών.

Μια ψυχαναλυτική συνάντηση δεν είναι μια συνάντηση μεταξύ άψυχων αντικειμένων με δομές που δεν σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά μια αμοιβαία εμπλοκή. Και το βίωμα του ίδιου του ασθενούς δεν είναι μια αλληγορία, αλλά μία τραγική

εμπλοκή.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θέλησα να χρησιμοποιήσω την έκφραση μεθοριακή εμπλοκή: όχι μόνο για να περιγράψω την εμπλοκή και συγχρόνως την κλινική και θεωρητική προσφορά του αναλυτή στην μεθοριακή κλινική κατάσταση, αλλά επίσης

να επισημάνω, την εμπλοκή του ίδιου του ασθενούς μέσα στον δικό του συναισθηματικό, αισθηματικό, ενστικτώδη κόσμο και τις αμυνές του, έτσι όπως όλα αυτά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια του αναλυτικού πλαισίου.

Με αυτή την έννοια η «μεθοριακή» κλινική εικόνα δεν είναι απλώς μία οντότητα διαφορετική και ξεκάθαρη, αλλά ένα σύνδρομο με δική του ζωή, βάθος και διαπλοκή.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επαναπροσδιορίζονται από την αρχή σε κάθε ασθενή, και έτσι αναγκαστικά συμπεριλαμβάνουν τους τρόπους με τους οποίους ο χαρακτήρας αυτού του αρρώστου αντιλαμβάνεται τους άλλους καθώς και το πώς οι

άλλοι ασκούν πιέσεις πάνω στον ίδιο και τον επηρρεάζουν.

Το ενδιαφέρον για έναν τέτοιο άρρωστο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίας είναι αυτή η περιοχή του λυκόφωτος, η νεφελώδης, η αδιαφοροποίητη (Bion) όχι το «όριο» μα μια περιοχή τόσο ακαθόριστη και κενή από κάθε αναγκαία δομή και η

οποία μας προσκαλεί και μας υποχρεώνει να γλιστράμε μέσα στη δυσκολία της, προσπαθώντας να μαντέψουμε, να «οσμιστούμε τους ρυθμούς», τις τυπολογίες, την ενέργεια, τα εσωτερικά δυναμικά της όπως επίσης την παρουσία των εσωτερικών

αντικειμένων και την παθολογική και φυσιολογική σχέση τους, που πολλές φορές είναι αδιαφοροποίητη. Είναι σαν να ανοίγεις με προσοχή ένα διάδρομο προς το 5 κέντρο του εαυτού για να ανακαλύψεις το σχήμα του και την φύση του, ελπίζοντας

κάποτε ότι σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο θα μπορούσες να βρεις μια οντότητα αρκετά αβέβαιη μεν, αλλά προσβάσιμη, τον πραγματικό εαυτό, για να υπάρξει ένα «καινούργιο ξεκίνημα» (Βalint). Με αυτή την έννοια η εικόνα που εμφανίζεται είναι

συχνά αυτή του σκατζόχοιρου, του οποίου το εσωτερικό αργά και αναπόφευκτα εμφανίζεται μέσα στη δραματική εξέλιξη της συνεδρίας. Μερικοί «ασθενείς δίνουν την εντύπωση ότι τους κατατρέχει η μοίρα, ότι η ύπαρξή

τους έχει ένα δεισιδαιμονικό χαρακτήρα» (S. Freud, 1920) είναι η καταναγκαστική μοίρα, όπως την ονομάζει ο Freud, όχι η νεύρωση του πεπρωμένου. Επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να σταθώ στον Οιδίποδα, ο οποίος αγανακτεί περισσότερο με τη τιμωρία

του παρά με τον Κρέοντα, φωνάζοντας: «αν υπήρχε ένα κακό μεγαλύτερο από το κακό, αυτό θα ήταν και η μοίρα του Οιδίποδα» . Και ο Άμλετ λέει: «Οι καιροί είναι χαλεποί, ω ! φρίκη καταραμένη που έπρεπε να γεννηθώ εγώ για να διορθωθούν οι

καιροί».

Πώς γίνεται και οι καιροί είναι χαλεποί και ανάποδοι; Γιατί πρέπει να βάλει σε τάξη τον χρόνο και όχι τον εαυτό του, τους γονείς του, την οικογενεία του; Γιατί καταριέται τον χρόνο και όχι τον Κλαύδιο που είναι ο αντίπαλός του; Ποιά είναι η

σχέση μεταξύ των δύο αυτών πραγμάτων; Ισως λοιπόν κάποια μυστική συνάντηση με τον χρόνο βρίσκει την λύση της στην αμοιβαιότητα που γεννιέται από μια κοντινή σχέση.

Στο τέλος ο Αμλετ αναγγέλει: «Σε λίγο θα γίνει το διάλειμα είναι δικό μου» και η ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι παρά ο χρόνος που έχει για να πει το «μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Υπάρχει σε αυτόν η αίσθηση του χρόνου, απ’ την οποία γεννιέται ο

χρονικός συμβιβασμός. Μ’ αυτήν την έννοια η αμοιβαιότητα εμπεριέχει τον χωρισμό, ο οποίος κατά την γνώμη μου, σημαίνει όχι μόνο να κρατάς την ελάχιστη αναγκαία απόσταση από τον άλλον, αλλά και να μπορείς να επενδύεις από μόνος σου στον δικό

σου χρόνο και ταυτοχρόνως να νοιώθεις μια σχετική αυτονομία που επιτρέπει να συνυπάρχεις με τον άλλον και να είσαι ο εαυτός σου.

O Henri Rey, σε μία θαυμάσια αποστροφή του, κατευθύνει την προσοχή μας στη σημασία που έχουν για αυτούς τους ασθενείς, ο χρόνος, ο χώρος, και η εξέλιξη των ονείρων τους. Η Marion Milner γράφει ότι «ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν την

κορνίζα της ψυχαναλυτικής συνεδρίας». Η συγγραφέας υπογραμίζει ότι αυτή η κορνίζα μας υποδυκνύει πως ότι εμπεριέχεται σε αυτήν πρέπει να γίνεται αντιληπτό και να ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο από ότι υπάρχει έξω από αυτήν, αυτή δε η

κορνίζα προσδιορίζει μια περιοχή μέσα στην οποία κάθε τι, που αντιλαμβανόμαστε πρέπει να εκλαμβάνεται σαν ένα σύμβολο, σαν μια μεταφορά, και όχι κατά γράμμα. «Από το σκότος και το άμορφο αναδύεται» κάτι χρειάζεται δε να οριστεί και να

ερμηνευτεί, όπως λέει και ο Bion.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως ο ορισμός αυτού του ιδιαίτερου ασθενούς βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτή την εσωτερική «σύγχυση» και στη μάχη που δίνει να είναι ανθρώπινος με μια προσωπικότητα ακαθόριστη και με μια ταυτότητα

συγκεχυμένη, μέσα σε ένα παρελθόν, παρόν και μέλλον εντελώς ομιχλώδες και αδιαφοροποίητο, γεμάτο από ακαθόριστη αγωνία. Αυτή είναι η ιστορία του id .

Αν εμείς κατορθώσουμε να συλλάβουμε τη δική μας συνεύρεση με τον άρρωστο σε σχέση με το εδώ και τώρα, μπορούμε να καταλάβουμε το δράμα της περιοχής αυτής του λυκόφωτος, ακαθόριστης και απροσδιόριστης σε όλο το μεγαλείο της και πάνω από όλα, να νοιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο αυτός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του

και αισθάνεται την πίεση των άλλων πάνω του, δηλαδή την εμπλοκή του με τον ίδιο του τον εαυτό και φυσικά με τη μεταβίβαση σε σχέση με τη μοναξιά του και όσον αφορά τις δυαδικές, τριαδικές σχέσεις του και τις αντίστοιχες κοινωνικές. Γι’ αυτό

6

λοιπόν, συχνά, ο αρνητισμός αυτού του ασθενούς εστιάζεται ειδικά μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο σε σημείο που μπορεί να φτάσει να δημιουργήσει μια πλήρη θωράκιση. Υπ’ αυτή την έννοια είναι σαν να έχει απόλυτη ανάγκη η ύπαρξή του, να

κατέχει μία επιθετική δύναμη μεγαλύτερη από την δύναμη της διεισδυτικότητας των άλλων, δηλαδή από την εισβολή που αισθάνεται ότι υπάρχει από την απλή συμπεριφορά του άλλου. Νομίζω λοιπόν, ότι κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης, τα

όρια του Εγώ αυτού του ασθενούς χρειάζεται να είναι σεβαστά και προστατευμένα με πολύ προσοχή. Οταν ο ασθενής ξαναπροτείνει και παρουσιάζει στη μεταβίβαση ένα προσωπείο αδιαφοροποίητο και εχθρικό το οποίο βιώνει προβλητικά σαν καταδιωκτικό, η

ποιότητα της μεταβίβασης προσλαμβάνει, μέσα από τη σύγκρουση του «εμένα» με το «όχι εμένα», σχιζοπαρανοϊκή αξία. Η παρουσία αυτού του είδους του εαυτού χρησιμεύει σαν άμυνα απέναντι στην αδυναμία των ορίων του Εγώ, που δεν μπορεί

να αντέξει το άγχος ή απρόσμενες καταστάσεις στο εδώ και τώρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η υπομονή (Βion) και ο χρόνος είναι η μόνη απάντηση. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή αυτό δεν συμβεί, τότε υφαίνεται μια

ακαθόριστη ζώνη η οποία προσδιορίζεται από μια στερεοτυπική, απρόσωπη και χαλαρή συναισθηματική απόσυρση, η οποία οδηγεί προς τον ψυχικό θάνατο και των δύο, αρρώστου και ψυχαναλυτή και η οποία βιώνεται στο αναλυτικό πλαίσιο σαν

ανία, ματαιότητα και πάνω από όλα απώλεια κάθε ελπίδας.

Αλλά, υπάρχει και κάτι χειρότερο, στις συναντήσεις του με άλλα σημαντικά πρόσωπα, ο ασθενής γραπώνεται από τις προσδοκίες, τις προθέσεις και τις συναισθηματικές μεταβολές αυτών και μέσα από την αστάθειά του – όμοια με τις

εποχές του χρόνου όπου η μία διαδέχεται την άλλη μέσα στο χρόνο – ταυτίζεται με τα παθολογικά στοιχεία αυτών, σαν αυτή η υποβόσκουσα και επικίνδυνη παθολογία των άλλων, να είναι το αποκλειστικό του κίνητρο για να αποκτά και αυτός μορφή.

Μέσα στη θεραπευτική διαδικασία, ο ασθενής προσπαθεί διαρκώς, εγκαταλείποντας προσωρινώς τα όρια του και τη δική του οντότητα, να δημιουργήσει μία ψεύτικη οικειότητα. Καταφέρνει έτσι να συλλαμβάνει τα λιγότερο

επεξεργασμένα ναρκισσιστικά κομμάτια του αναλυτή και να δημιουργεί με αυτό τον τρόπο μία συγκεχυμένη συνενοχή η οποία είναι εξ’ ορισμού παθολογική, και η οποία είναι πάντοτε εις βάρος της ψυχαναλυτικής διαδικασίας. Συχνά ο αντικειμενικός

εσωτερικός κόσμος του ασθενούς δίνει την εντύπωση ότι κατοικείται από αγάλματα παρά από ζωντανά, μερικά, ή πεθαμένα αντικείμενα. Βρισκόμαστε έτσι μπλεγμένοι σε μία ψευδαίσθηση ζωής, αλλά χωρίς καμμία γνήσια συμμετοχή.

Οι ταυροκαθάπτες βγήκαν απ’ την πόρτα που ήταν από κάτω μας. Προχωρούσαν αργά, αλλά ανάλαφρα δύο-δύο, αγόρι με κορίτσι, μ’ ένα επιβλητικό χορευτικό βήμα. Οι καλοχτενισμένες μπούκλες τους χοροπηδούσαν πάνω στους απαλούς τους ώμους,

ενώ τα κοσμήματά τους γύρω από το λαιμό και τα μπράτσα τους αντανακλούσαν το φως. Τα νεανικά στήθη των κοριτσιών και τα σφιχτά μεριά τους μέσα απ’ το μικροσκοπικό περιμάζωμά τους σάλευαν όλο χάρη καθώς χόρευαν. Είχαν όλοι

δεμένους τους καρπούς τους με λωρίδες ύφασμα για να ενισχύουν τις λαβές τους, ενώ στα πόδια τους φορούσαν μπότες από μαλακό δέρμα που έδεναν μέχρι ψηλά στις γάμπες. Εκαναν το γύρω της αρένας και μπροστά στο ιερό παρατάχτηκαν σε μια

σειρά. Στάθηκαν για λίγο εκεί κάνοντας τη χειρονομία του σεβασμού και πρόφεραν μια φράση σε αρχαία γλώσσα «Χαίρε Θεά! Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούμε. Δέξου την προσφορά». Οι ταυροκαθάπτες μετά γύρισαν και σχημάτισαν ένα κύκλο γύρω

7 στην αρένα. Μια σάλπιγγα ήχησε. Στον τοίχο απέναντί μας, η μεγάλη πύλη του ταύρου άνοιξε και ο ταύρος βγήκε.

Ηταν ένα βασιλικό ζώο, λευκό με καφετιές πιτσιλιές. Ο κορμός του ήταν χοντρός, τα πόδια του κοντά, το μέτωπό του φαρδύ και όπως όλοι της ράτσας του, με πολύ μακριά κέρατα. Καμπύλωναν προς τα πάνω και προς τα μπρος μετά χαμήλωναν λίγο

και ξαναϋψώνονταν στις μύτες. Ηταν βαμμένα κατά το μήκος με κόκκινες και χρυσές ρίγες. Ηταν ο ταύρος μας. Αυτός μας είχε διαλέξει και όχι εμείς αυτόν. Τον είχα ονομάσει Ηρακλή. Ηταν ένας ήρωας που τον είχα σε μεγάλη υπόληψη την εποχή που

περίμενα πως θα αποχτούσα μπόι δύο μέτρα. Αργότερα, ενώ δίχως αμφιβολία ήταν άξιος γιος του Δία όσο ήταν ζωντανός, κάπως τον αντιπάθησα. Αυτός ο ταύρος μου θύμιζε την ιδέα που είχα για τον Ηρακλή, όμορφος, πελώριος, αλλά λιγάκι αφελής.

Αν δεν μάθεις στην αυλή του ταύρου να γελάς με τον ίδιο σου τον εαυτό, είναι σίγουρο ότι δεν θα το μάθεις ποτέ.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να εξασκηθείς με τον ταύρο σου αφού τον πιάσεις. Ο ένας είναι να τον δένεις με αλυσίδες σε έναν πάσαλο στο λάκο της εξάσκησης και να τον καθηλώνεις μέχρι να μάθεις ν’ αρπάζεσαι από τα κέρατα με χάρη. Ο δεύτερος

είναι να τον δένεις μ’ ένα σκοινί και να του προσφέρεις αλάτι και τροφή και να χορεύεις μαζί του έτσι όπως είναι δεμένος. Βέβαια δεν σου δίνεται πολύς καιρός ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Αν είχες όλο το χρόνο που θα ήθελες για να τον

εξημερώσεις έστω και λίγο το άθλημα δεν θα παρουσίαζε το ενδιαφέρον που έχουν γι’ αυτό οι άλλοι. Ωστόσο κανένας νόμος δεν σου επιβάλλει να τον κάνεις εχθρό σου. Εκείνος όμως πάντα με κοίταζε λοξά, κατηγορώντας με για την αιχμαλωσία του.

Τώρα πια ήμασταν οι δύο μας. Ξέροντας ότι ριχνόταν απ’ τα δεξιά, προσποιήθηκα ότι θα πήγαινα αριστερά για να τον φέρω στα ίσια, μετά τον άρπαξα απ’ τα βαμμένα του κέρατα, τα δάχτυλα και οι παλάμες μου διατηρούσαν την σκληράδα και την

δύναμή τους. Τινάχτηκα προς τα πάνω μαζί του, με τα πόδια πάνω απ’ το κεφάλι, νιώθοντάς τον να κρατάει σταθερά το βάρος μου σαν κάτι οικείο. Μια κατανόηση πέρασε ανάμεσά μας. Και ένιωσα ένα καλωσόρισμα. Το άγγιγμα και το βάρος, η

λαβή ενός ταυροκαθάπτη, γέμισαν χαρά το μυαλό του, που απ’ τις συνεχείς επιμιξίες ήταν αργό. Τον έκανε να νιώθει ο εαυτός του.

Μόνο με το χορό του ταύρου θα τον έφερνα με τα νερά μου. Ετσι έκανα τον εαυτό μου να γίνει μια ολόκληρη ομάδα ταυτόχρονα. Αυτός θα ήταν ο τελευταίος και σημαντικότερος χορός του Θησέα του Αθηναίου, αρχηγού των Γερανών, που θα

χόρευε μόνος του για τους θεούς και τους νεκρούς.

Οπως ίσως θα έχει γίνει αντιληπτό αυτή η εισαγωγή αναφέρεται σ’ ένα συγκεκριμένο μύθο, το μύθο του Θησέα που φαντάζομαι πως σε όλους σας είναι σε γενικές γραμμές γνωστός. Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια πρώτη επισήμανση γι’ αυτό

τον μύθο λέγοντας ότι ο μύθος του Θησέα είχε περιβληθεί κατά τους κλασσικούς χρόνους με τόσα μυθικά στολίδια, ώστε μερικές φορές τον απέρριπταν σαν καθαρό παραμύθι ή κατά τον Φρέιζερ, σαν θρησκευτικό μύθο. Οταν ο σερ Αρθουρ Εβανς

απεκάλυψε με τις ανασκαφές του το ανάκτορο της Κνωσσού, που ήταν ένας σωστός λαβύρινθος με τα πολλά του χτίσματα και τα επίπεδά του, επώνυμους ιερούς πελέκυς, πολυάριθμες αναπαραστάσεις αγοριών και κοριτσιών που τελούν τα ταυροκαθάψια

και σφραγιδόλιθους με τον Μινώταυρο που είχε κεφάλι ταύρου, τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους. Ετσι, με το φαινομενικά πιο φανταστικό τμήμα της ιστορίας να έχει αποδειχθεί αληθινό με γεγονότα, μπαίνει κανείς στον πειρασμό

να ασχοληθεί και σε ποιές άλλες περιπτώσεις μπορεί ένα παραμύθι να κρύβει πραγματικές-φαντασιωσικές ανθρώπινες καταστάσεις.

Διάλεξα να σας παρουσιάσω και να ασχοληθώ μ’ αυτόν τον μύθο πιο συγκεκριμένα γιατί ακριβώς πιστεύω ότι σ’ αυτόν μπορούμε να δούμε πολλά θέματα που αφορούν στον έφηβο και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο, και με τα οποία έχουν ασχοληθεί από

την ψυχαναλυτική σκοπιά ο ίδιος ο Φρόυντ, η Μ. Κλάιν, ο Γουίνικοτ και τόσοι άλλοι.

Θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση εδώ και να πω ότι αυτό το θέμα ο μύθος και ο έφηβος πιστεύω ότι είναι ένας κυρίαρχος συνδετικός κρίκος, ένας ενδιάμεσος χώρος και στα δύο επίπεδα αυτά καθ’ αυτά. Ο μύθος δεν είναι ένα παραμύθι, δεν είναι μια

φαντασία, και συνδέει προϊστορικές περιόδους με καθαρά ιστορικούς χρόνους, όπου τα γεγονότα δεν επιδέχονται καμμία αμφισβήτηση. Για να φτάσουμε στον κλασσικό αιώνα της Αρχαίας Ελλάδας, στον αιώνα του Περικλή, Πλάτωνα, του Αριστοτέλη,

δηλ. στην κλασσική περίοδο που θεωρείται η πιο ώριμη των προγόνων μας απ’ όλες τις απόψεις, χρειάστηκε να υπάρχει ο μύθος. Πριν δε το μύθο, η παράδοση, η προ-ιστορία. Πάνω σ’ αυτούς τους μύθους θα πατήσουν οι τραγικοί μας ποιητές,

Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης και θα μας δώσουν τις κλασσικές τραγωδίες τους.

Απ’ αυτές κάποιες όπως του Οιδίποδα θα καταστούν κλασσικές και για την ψυχανάλυση. Ετσι και η εφηβεία είναι ένας καθοριστικός κρίκος, ένα ενδιάμεσο στάδιο το οποίο συνδέει στον άνθρωπο τις δύο κύριες φάσεις της ζωής του, αυτήν

της παιδικής του εποχής με αυτήν της ενήλικής του ζωής. Είναι ο ενδιάμεσος χώρος όπου βιολογικά και γενετικά χρειάζεται ο άνθρωπος για να περάσει από τη μια φάση της ζωής του στην άλλη. Αυτός λοιπόν ο χώρος ή η χρονική περίοδος δηλ. η εφηβεία θα μπορούσε να

θεωρηθεί και σαν μία διάσταση, αυτή του χωρόχρονου. Είναι μια τέταρτη διάσταση για τις θετικές επιστήμες και απλώς την δανείζομαι για να μπορέσω να περιγράψω και να αποδώσω καλύτερα τις σκέψεις μου. Είναι κατά τον Γουίνικοτ το transitional space ο ενδιάμεσος δηλ. χώρος που το παιδί αφότου γεννηθεί έχει την ανάγκη να

αφήσει να αναπτυχθεί μέσα στον ψυχισμό του, με τη βοήθεια μιας αρκετά καλής μητέρας. Κατ’ άλλους αυτός ο χώρος μπορεί να ονομάζεται μεταβατικός αλλά νομίζω ότι η ουσία είναι η ίδια. Σκέφτομαι λοιπόν, ότι μετά το πέρας της παιδικής ηλικίας

και το πέρας της λανθάνουσας περιόδου αρχίζει η εποχή της προεφηβείας.

Κατ’ αυτήν και στην αρχή της όλο το είναι του ανθρώπου αρχίζει να δέχεται κοσμογονικές γι’ αυτόν αλλαγές. Η δραστηριοποίηση και η ενεργοποίηση πολλών και διαφόρων βιολογικών παραμέτρων δημιουργούν σ’ αυτόν τελείως καινούργια

δεδομένα. Ο υποθάλαμος και η υπόφυση που μέχρι τότε βρίσκονταν και αυτοί σε μια λανθάνουσα κατάσταση βαθμιαία δραστηριοποιούνται. Διάφορες ορμόνες με προεξάρχουσες την κορτικοτρόπο και την αυξητική ορμόνη αρχίζουν να εκλύονται

και να κατακλύζουν το βιολογικό και κατ’ επέκταση σωματικό είναι του έφηβου. Οι αλλαγές είναι πρωτόγνωρες και σημαντικές. Ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι στην οργανική παράμετρο είτε αυτό γίνεται σε επίπεδο των κατωτέρων αδένων όπως του θυρεοειδούς και άλλων, είτε σε επίπεδο ανωτέρων αδένων όπως η υπόφυση και κατ’

επέκταση ο υποθάλαμος κυριαρχεί ο μηχανισμός της ανάδρασης (feed-back). Αυτός ο μηχανισμός είναι διαρκής αυτόματος και κατ’ εξοχήν ρυθμιστικός. Ας τον κρατήσουμε υπόψιν μας γιατί νομίζω ότι έχει πολλές ομοιότητες με έναν αντίστοιχο

μηχανισμό υποσυνείδητο, αυτόν του αντιδραστικού σχηματισμού (reaction-formation).

Οι σωματικές μεταβολές στις οποίες αρχίζει να υπόκειται ο έφηβος είναι έντονες, ραγδαίες και πολυσήμαντες. Το σώμα αρχίζει να εμφανίζει μεταβολές στο ύψος, στο βάρος, στη μυϊκή μάζα και γενικότερα σε όλους τους ιστούς που απαρτιώνουν αυτό

που ονομάζουμε οργανισμό. Αυτά δε, όλα, γίνονται σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με την προγενέστερη περίοδο της ζωής του ανθρώπου και ειδικότερα σε σχέση με την αμέσως προγενέστερη λανθάνουσα περίοδό του, που

χρονικά είναι και μεγαλύτερη. Ο μεταβολισμός είναι στο απώγειό του. Είναι σαφές ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξης είναι ακριβώς ο μεταβολισμός. Δηλαδή, το φαινόμενο του αναβολισμού και του καταβολισμού που συνθέτουν σαν δίπολο τον

μεταβολισμό.

Η αναφορά είναι σαφής, πρόκειται για τα δύο ένστικτα που και κατά τον Φρόυντ υπάρχουν στον άνθρωπο και συνθέτουν την αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Φρόυντ τα ονόμασε σαν τα ένστικτα της ζωής και του θανάτου. Είναι τα ίδια που αργότερα

θα τα ονομάσει ερωτικά κύτταρα ή σαδιστικά κύτταρα στον ίδιο τον άνθρωπο. Βρίσκονται σε μία αέναη διαπλοκή αλληλουχίας και σύγκρουσης μεταξύ τους και τα οποία πιστεύω ότι παίζουν κυρίαρχο ρόλο κατά την περίοδο της εφηβείας.

Ας έρθουμε τώρα σ’ αυτόν καθ’ αυτόν το μύθο του Θησέα. Ο μύθος αυτός όπως λεγόταν στην κλασσική Ελλάδα έχει ως εξής. Ο Θησέας ηταν γιος του βασιλιά Αιγαία, της Αθήνας και της Αίθρας, κόρης του βασιλιά της Τροιζήνας, Πιτθέα. Κατά

την παράδοση ο τελευταίος μάζεψε τον Αιγαία από τους δρόμους και αφού τον μέθυσε τον έβαλε να κοιμηθεί με τη κόρη του. Το ίδιο βράδυ η Αίθρα διατάχτηκε μέσα από ένα όνειρο να πάει στο ιερό της Αθηνάς του νησιού, όπου κοιμήθηκε μαζί

της και ο Ποσειδώνας. Οταν ξύπνησε ο Αιγαίας άφησε το σπαθί και τα σανδάλια του κάτω από ένα βωμό του Δία, λέγοντας στην Αίθρα πως αν γεννούσε το γιο του, να τον στείλει στην Αθήνα μολις θα ήταν σε θέση να σηκώσει την πέτρα και να τα βρει.

Αυτόν τον άθλο ο Θησέας τον κατάφερε όταν ήταν μόλις 16 ετών. Οταν έφτασε στην Αθήνα και μετά από αρκετές περιπέτειες όπου απέφυγε τον θάνατο από το ίδιο το χέρι του πατέρα του, αναγνωρίστηκε σαν ο νόμιμος διάδοχός του. Κατά μία δε

εκδοχή διατάχτηκε να μεταβεί στην Κρήτη μαζί με τα 7 αγόρια και τα 7 κορίτσια που πρόσφεραν οι Αθηναίοι σαν ετήσια εισφορά στο βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα, για να ταΐζει με το κρέας τους, το ανθρωπόμορφο τέρας, γιο του, Μινώταυρο που κράταγε

κλεισμένο στο λαβύρινθο. Στην αυλή του Μίνωα ο Θησέας περηφανεύτηκε ότι ήταν γιος του Ποσειδώνα και αυτός του έδωσε την ευκαιρία να εκπαιδευτεί και να λάβει μέρος στις κρητικές ταυρομαχίες, πριν δοκιμάσει την τύχη του με τον Μινώταυρο.

Φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο σε σχέση με το νήμα της Αριάδνης και την επιστροφή του Θησέα στην Αθήνα όπου λησμόνησε να σηκώσει άσπρα πανιά, με συνέπεια ο Αιγαίας να γκρεμιστεί στα νερά του Σουνίου, νομίζοντας

ότι ο γιος του έχει χαθεί.

Ολος αυτός ο μύθος λοιπόν του Θησέα, με παραπέμπει σε πολύ προγενέστερους μύθους που αφορούν στην κοσμογονία και την γενεαλογία των θεών. Κατά την πρώτη, τα τρία αρχέγονα στοιχεία είναι το Χάος, η Γαία και ο Ερως. Τα στοιχεία

αυτά δεν θεωρούνται ότι συνυπήρχαν πάντοτε, εξ’ αυτών δε, το πρώτο είναι παλαιότερο από τα άλλα δύο και ως εκ τούτου, υπόκεινται και τα τρία σε έναν νόμο διαδοχής. Πιο κοντά στο πάνθεον του Ολύμπου φτάνουμε με έναν

επαναλαμβανόμενο τρόπο μέσα από τον μύθο με τις γνωστές συγκρούσεις και γενοκτονίες γονιών και παιδιών, μητέρες που σκοτώνουν τα παιδιά τους, πατέρες που σκοτώνουν τους γιους τους, γιοι που φονεύουν τους πατεράδες τους., τιτανομαχίες,

κύκλωπες, ουρανός και κρόνος, γιγαντομαχίες, με τον Δία τελικά να επικρατεί. Ολους αυτούς τους μύθους τους παρέλαβε ο Ησίοδος και εξέφρασε με αυτούς μια ιδέα αναμφισβήτητου μεγαλείου. Κατά την άποψή του, ο κόσμος δεν έφτασε δια μιας,

ούτε εύκολα, σε μια κατάσταση αρμονίας και ισορροπίας. Στην κατάσταση αυτή έφτασε ύστερα από πολλές συγκρούσεις, επαναστάσεις και αλεπάλληλες προόδους την πορεία των οποίων τίποτα δεν θα μπορέσει να την σταματήσει. Στην πορεία αυτή

του Σύμπαντος λοιπόν, προς την τελειότητα, η ιδέα της τάξεως αναδύεται σιγά σιγά, αλλά η τάξη δεν θα βασιλεύσει αληθινά παρά μόνον όταν ο Δίας θα έχει νικήσει όλους τους εχθρούς που του αντιστέκονται ακόμα.

Φτάνουμε λοιπόν σ’ ένα πάνθεον, αυτό του Ολύμπου, όπου όλες οι θεότητες με προεξάρχουσα μορφή αυτή του Δία, αλλά και χωρίς να είναι υποτιμημένος ο ρόλος της Ηρας ζουν και βασιλεύουν. Οι συμμαχίες, τα πάθη, οι συγκρούσεις και οι έρωτες

είναι πάντα στο προσκήνιο. Βεβαίως υπάρχουν και οι συμπάθειες και οι τιμωρίες αλλά αυτές δεν αφορούν στο σύνολο την ίδια την ύπαρξη και την ακεραιότητα των 12 θεών του Ολύμπου, αλλά περισσότερο τις ενέργειες αυτών και τα αποτελέσματά

τους. Ετσι λοιπόν υπάρχει ένας προστατευτικός μηχανισμός που διασώζει την ακεραιότητά τους αυτή καθ’ αυτή αλλά ταυτόχρονα συντελείται και η νέμεσις. Είναι γνωστό πώς η Ηρα μεταμορφώνει την Αλκυόνη σε πουλί και ο Δίας της χαρίζει την

ηλιοφάνεια και την καλοκαιρία στο μέσο του καταχείμωνου για να διασωθούν τα παιδιά της, όπως επίσης πώς η πανέμορφη Λύδα μετατρέπεται στον όμορφο κύκνο επειδή υπήρξε ερωμένη του Δία. Επίσης και τα περίφημα ομηρικά έπη, Ιλιάδα και

Οδύσσεια, βρίθουν από περιγραφές και εμπλοκές των ίδιων των θεών σε σχέση με τους εκάστοτε εξ’ αυτών προστατευόμενους ήρωές τους.

Ομως ξαναγυρνώντας στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας και των νόμων της φύσης παρατηρούμε μια επαναληπτικότητα η οποία και έχει τις ρίζες της μέσα ακριβώς στους ίδιους τους νόμους της δημιουργίας και της επιβίωσης. Είναι ο νόμος των

ενστίκτων. Οπως ακριβώς και κατά την αρχή της Κοσμογονίας που περιγράφαμε προηγουμένως τα τρία βασικά της στοιχεία ήταν το Χάος, η Γαία και ο Ερωτας με προϋπάρχον το Χάος και τα δύο τελευταία να αλληλοδιαπλέκονται με αυτό, άλλοτε

με τη Γαία να προηγείται του Ερωτος και άλλοτε με την αντίστροφη φορά, μπορούμε να σκεφτούμε τα ακόλουθα. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μία παρένθεση και να πω, ότι και στην Κοσμογονία του Ησίοδου η έννοια του Ερωτα δεν είναι καθόλου

ο λαμπερός θεός που ακτινοβολεί από καλλονή, ούτε ασφαλώς ο πτερωτός θεός με τη νεανική χάρη και το σαγηνευτικό θέλγητρο που ο Πραξιτέλης θα καθορίσει τη μορφή του. Δεν μπορεί να είναι ο θεός του έρωτα των ανθρώπων, διότι δεν γεννήθηκαν

ακόμα οι άνθρωποι, ούτε δε, οι θεοί ξεπρόβαλαν ως τώρα, από τους κόλπους του διαστήματος και της ύλης. Αυτός ο αρχέγονος έρωτας της κοσμογονίας είναι εικόνα μυθολογική που καλύπτει μία ιδέα, είναι πράγματι, όπως είπαν, «η ελκτική δύναμη η

οποία επιφέρει στα στοιχειώδη μόρια μία συνεύρεση και έναν συνδυασμό μεταξύ τους». Έτσι λοιπόν η Γαία και ο Ερως είναι τα δύο βασικά ένστικτα της ανθρώπινης ύπαρξης το ένστικτο της ζωής και του θανάτου, τα οποία συνυπάρχουν

αλληλοδιαπλέκονται πάνω και μέσα σε μια προϋπόθεση σε αυτήν του Χάους, το οποίο θα μπορούσαμε να το συλλάβουμε σαν τη μορφή του νεογέννητου παιδιού από μια μητέρα, πάνω στο οποίο είναι υποχρεωμένα να δράσουν τα δύο αυτά ένστικτα

που αναφέραμε. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι χρησιμοποιώ την έννοια του νεογέννητου βρέφους σαν μια τοπογραφική έννοια. Είναι αυτονόητο ότι επιλέγω μια χρονική στιγμή καθαρά για περιγραφικούς λόγους, χωρίς να αποστασιοποιούμαι

από την έννοια του χωρόχρονου σαν μια τέταρτη διάσταση και η οποία θα μπορούσε να έχει την αντιστοιχία της σε μια άλλη χρονική και χωροταξική διάσταση, που υποθέτω πως εύκολα σας γίνεται αντιληπτή, εννοώντας την έναρξη της ενδομήτριας

ζωής. Είναι σεβαστή λοιπόν σε μένα και η άποψη πολλών άλλων επιστημονικών κλάδων και κυρίως της γεννετικής, ότι η αρχή της λειτουργίας των ενστίκτων, όπως και του μεταβολισμού μπορεί να λαμβάνει χώρο από πολύ νωρίς στο ίδιο το έμβρυο.

Οταν ο Θησέας δηλώνει ότι συμμετέχει στα ταυροκαθάψια ισότιμα, όντας μέρος μιας ομάδας 7 αγοριών και 7 κοριτσιών και που πιασμένα χέρι – χέρι τα 7 ζευγάρια, βγαίνουν στην αρένα, έχουμε ακόμα την μη διαφοροποίηση του φύλου σ’ αυτή την

αρχική φάση της εφηβείας. Αδιαφοροποίητα έρχονται να αντιμετωπίσουν τα βασικά τους ένστικτα. Το ένστικτο της ζωής και το ένστικτο του θανάτου. Ο ταύρος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσωποποίηση και των δύο αυτών ενστίκτων με τον οποίο και

έχουν να παλέψουν. Το συγκλονιστικό είναι ότι όπως δηλώνει ο Θησέας, δεν τον έχουν διαλέξει αυτοί, αλλά αντίθετα αυτός τους έχει επιλέξει για τον αγώνα. Η συμβολική αυτή μορφή στο πρόσωπο του ταύρου, των ερωτικών και σαδιστικών

κυττάρων περιγράφεται με περισσή γλαφυρότητα, στο πως αυτό το σύμβολο ζώο μπορεί να αντλεί ευχαρίστηση και να εξαντλεί τις λειτουργίες του σε δύο μόνο επίπεδα. Οι ταυροκαθάπτες – έφηβοι το γνωρίζουν πολύ καλά. Γνωρίζουν ότι μπορεί

μόνο να σκοτώνει ή να αναπαράγει. Ετσι και εκπαιδεύονται στη σύλληψη και καθυπόταξη του ταύρου χρησιμοποιώντας και άλλες πια λειτουργίες τους οι οποίες είναι μεταγενέστερες των ενστίκτων, όπως της νόησης και της ψυχικής ωρίμανσης. Σ’

αυτή την τελευταία υπάγεται η έννοια της ομάδας όπου σ’ ένα συμβολικό επίπεδο θα μπορούσε κάποιος να αναγνωρίσει την ψυχική εξέλιξη του Εαυτού σε ολοκληρωμένο Εγώ. Εκεί μπορούμε να δούμε, πώς ένα αρχικά κατακερματισμένο Εγώ το οποίο

μπορεί να αποτελείται από μερικά αντικείμενα που έχουν ενδοβληθεί, λειτουργούν αδιαφοροποίητα μεν, όλα μαζί δε, για τη διάσωση του υποκειμένου που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ομάδα – Εγώ. Ο σκοπός του Θησέα και της ομάδας του

και η επιτυχία του, έγκειται στο να μη χαθεί κανένας ταυροκαθάπτης – μερικό αντικείμενο. Σ’ αυτό είναι πρώτος, άξιος και όταν το πετυχαίνει μπορεί να το αναπαράγει και σε μια μεταγενέστερη φάση της ζωής του – εφηβείας του, όταν είναι

ολομόναχος απέναντι στον ταύρο και τον Μινώταυρο. Ανακαλεί στη μνήμη του τη λειτουργία της ομάδας και αντιμετωπίζει τον ταύρο με επιτυχία. Ας μην ξεχνάμε και ότι ο Μινώταυρος είναι καρπός ενός υπέροχου ταύρου και της Πασιφάης, γυναίκας

του Μίνωα. Ο βασιλιάς Μίνωας της Κρήτης είχε λάβει από τον Ποσειδώνα, σαν απάντηση σ’ έναν όρκο, αυτόν τον ταύρο για θυσία, αλλά τον είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Για τιμωρία η Αφροδίτη ενέπνευσε στην Πασιφάη, ένα κτηνώδες πάθος

για τον ταύρο, που το ικανοποίησε μπαίνοντας μέσα σε μια κούφια αγελάδα που κατασκεύασε για αυτήν ο Δαίδαλος, ο αρχιτεχνίτης του παλατιού. Το παιδί που γεννήθηκε από αυτή την ένωση ήταν ο Μινώταυρος, ένα πλάσμα ανθρωπόμορφο,

αλλά κουτό και αργόστροφο, όπως και οι ταύροι από τις συνεχείς επιμιξίες. Κλείνοντας αυτήν την εργασία μου, αφήνω όπως είναι φυσικό τον απαραίτητο χώρο – χρόνο σε όλους μας για περαιτέρω απαρτιώσεις είτε του ψυχαναλυτικού-

θεραπευτικού έργου, είτε τον εμπλουτισμό που θα επέλθει από την ίδια την εξέλιξη του καθενός ανθρώπου στο διάβα της ζωής.

Χάρης Τρομαρίδης

Ψυχίατρος –Ψυχαναλυτής

Αθήνα:30/01/1999